Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2011

Η σημασία της Πλατείας Ελευθερίας για το ΕΡΣΛ

Η Πλατεία Ελευθερίας στην πραγματικότητα δεν μπορεί να θεωρηθεί πλατεία με βάση τον ορισμό. Αποτελεί έναν πλατύ δρόμο κατασκευασμένο να συνδέει την εντός και την εκτός των τειχών Λευκωσία. Σήμερα λειτουργεί ως πέρασμα πεζών και οχημάτων που περιστασιακά χρησιμοποιείται λόγω του πλάτους του ως πλατεία, ελλείψει μιας πραγματικής [1]. Εκεί διεξάγονται συνήθως πολιτικές συγκεντρώσεις, διαμαρτυρίες, συναυλίες και άλλες εκδηλώσεις παγκύπριας εμβέλειας. Η δημιουργία του περάσματος στο συγκεκριμένο σημείο, «βοήθησε στην σταδιακή ανάπτυξη του άξονα βορρά – νότου, που συνδέει την Πύλη Κερύνειας με την Πλατεία Ελευθερίας, ο οποίος διαμορφώθηκε σαν σημαντικό εμπορικό κέντρο» [2]. Ο άξονας αυτός περιλαμβάνει τις κεντρικές οδούς, Λήδρας και Ονασαγόρου, που αργότερα πεζοδρομήθηκαν με βάση το ΕΡΣΛ. «Τις τελευταίες δεκαετίες, η πλατεία Ελευθερίας, λειτούργησε σαν ένα από τα σημαντικότερα κομβικά σημεία του κύριου οδικού συστήματος της πόλης» [3].

Η παλιά πόλη της Λευκωσίας στερείται βασικής υποδομής. Το ιστορικό κέντρο αντιμετωπίζει πολλαπλά και πολυδιάστατα προβλήματα που το οδήγησαν να είναι σήμερα ένα από τα φτωχότερα σημεία της σύγχρονης πόλης. Οι κάτοικοί της την έχουν εγκαταλείψει και αποτελεί μια αρκετά υποβαθμισμένη περιοχή. Η πλατεία Ελευθερίας σαν σημαντικό κομμάτι της περιοχής, κρίθηκε αναγκαίο να διαμορφωθεί και να αναβαθμιστεί, ώστε η περιοχή να αποκτήσει την παλιά της αίγλη. Το 1972, η τότε δημοτική επιτροπή προκήρυξε Αρχιτεκτονικό Διαγωνισμό για την ανάπλασή της, αλλά η διαδικασία της πραγματοποίησης του έργου αναβλήθηκε από τα γεγονότα του 1974. Αργότερα, το 1985 το ΕΡΣΛ «μέσα στα πλαίσια ετοιμασίας της μελέτης για την αναζωογόνηση του ιστορικού κέντρου της Λευκωσίας, ετοίμασε ιδεόγραμμα για την αναβάθμιση του ρόλου του σημείου σύνδεσης της παλιάς πόλης με τη νέα» [4].

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Δημιουργία της Πλατείας Ελευθερίας και το Ενετικό Τείχος

Η πόλη της Λευκωσίας προσδιορίζεται ως προς το Ενετικό της τείχος, την τάφρο και τις οχυρώσεις. Για περισσότερο από εκατό χρόνια, η Πλατεία Ελευθερίας αποτελεί το σημαντικότερο σημείο σύνδεσης της παλιάς Λευκωσίας με τη σύγχρονη πόλη που την περιβάλλει. Στη σημερινή της μορφή εξελίχθηκε μετά από πολλές σταδιακές παρεμβάσεις. Το 1882 μ.Χ., λόγω της αυξανόμενης επέκτασης της Λευκωσίας εκτός των τειχών δημιουργήθηκε ένα άνοιγμα, επιτυγχάνοντας τη σύνδεση της πόλης (εντός και εκτός των τειχών). Το άνοιγμα αυτό πήρε το όνομα ‘Άνοιγμα Λεμεσού ή Χατζησάββα’, και στην πραγματικότητα αποτελούσε μια ξύλινη γέφυρα. Η γέφυρα αυτή βρίσκεται στο τέρμα της οδού Λήδρας, και περνώντας πάνω από την τάφρο συνέδεε την παλιά πόλη με τις νέες συνοικίες που άρχισαν να αναπτύσσονται έξω από αυτήν, οδηγώντας αργότερα στη διαπλάτυνσή της με επιχωματώσεις. Το σημερινό της όνομα το πήρε το 1975 μετά από δημοψήφισμα, μετονομαζόμενη από πλατεία Μεταξά σε Πλατεία Ελευθερίας.

Το άνοιγμα στο συγκεκριμένο σημείο δημιούργησε ένα πολεοδομικό άξονα, αυτό των οδών Λήδρας και Ονασαγόρου, που αποτελούν το εμπορικό κέντρο της πρωτεύουσας και έφτανε μέχρι την Πύλη Κερύνειας. Λόγω της τουρκικής εισβολής το 1974, ο άξονας αυτός διακόπτεται στο μέσο σχεδόν της διαδρομής του, από την πράσινη γραμμή. Οι τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας στο οδόστρωμα της Πλατείας Ελευθερίας, αποτελούν την κύρια έξοδο οχημάτων από την παλιά πόλη, ενώ η είσοδος γίνεται από τις παρακείμενες πλατείες Σολωμού και Κάνιγγος.

Το Ενετικό τείχος είναι χαρακτηριστικό της περιοχής όπου βρίσκεται η Πλατεία Ελευθερίας, αποτελώντας σημαντικό μνημείο της Παγκόσμιας Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς καθώς και της Ευρωπαϊκής Οχυρωματικής Αρχιτεκτονικής. Η παλιά πόλη δημιουργήθηκε εντός των ενετικών τειχών και αυτό τα καθορίζει σημαντικό μέρος της ιστορίας της πόλης, λόγω της σημασίας τους.

Κατασκευάστηκαν στην περίοδο της Βενετοκρατίας, πάνω από τα προηγούμενα τείχη των Λουζινιανών, τα οποία είχαν κατεδαφίσει για να έχουν μια αποτελεσματικότερη άμυνα για την πόλη. Το νέο τείχος κτίστηκε στα 1567 μ.Χ., σχεδιασμένο από τον στρατιωτικό αρχιτέκτονα Τζούλιο Σαβορνιάνο. Τα υλικά κατασκευής του προέρχονταν από κτίρια και ναούς που βρίσκονταν εκτός της νέας περιμέτρου των τειχών και είχαν επίσης κατεδαφιστεί. Τα νέα τείχη επεκτείνονται περιμετρικά της παλιάς πόλης και έχουν έκταση 5 χλμ.. Από επιστολές του ίδιου του Σαβορνιάνο, τα τείχη ήταν χωμάτινα και επενδυμένα με πλινθάρια. Τα τείχη έχουν σχήμα κορώνας ή αστεριού, με έντεκα προμαχώνες και περιβάλλονται με τάφρο. «Οι προμαχώνες και τα ευθύγραμμα τμήματα της οχύρωσης αποτελούνται εξωτερικά από λίθινη τοιχοποιία με ελαφριά κλίση». Η είσοδος στην περιτειχισμένη πόλη γινόταν από τρείς πύλες, την Πύλη Κερύνειας (Porta Proveditore), την πύλη Πάφου (Porta San Domenico) και την πύλη Αμμοχώστου (Porta Giuliana). Αργότερα, στην περίοδο της Τουρκοκρατίας τα τείχη παρέμειναν στον αρχικό τους σχεδιασμό, με μικρές επισκευές. Οι πέτρες στην εξωτερική επιφάνεια των τειχών που διατηρούνται μέχρι σήμερα, ήταν μια προσθήκη της περιόδου αυτής.

Κυριακή 10 Απριλίου 2011

ΜΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΑ ΣΤΕΝΑ







Η μνήμη στην αρχιτεκτονική του Μοντερνισμού, κατά τον Brent C. Brolin

Η περίοδος του μοντερνισμού χαρακτηρίζεται από μια έξαρση της τεχνολογικής προόδου και της χρήσης νέων υλικών στην αρχιτεκτονική. Αυτό σήμαινε το ξεκίνημα για την υιοθέτηση νέων μεθόδων σχεδίασης και απομάκρυνση από οτιδήποτε παραδοσιακό. Κατά τον συγγραφέα, το λάθος του κινήματος του μοντερνισμού είναι πως οι αρχιτέκτονες απέρριπταν το παρελθόν καθώς και όλα αυτά που πρέσβευε, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους υπόλοιπους ανθρώπους, για τους οποίους το παρελθόν σήμαινε πολλά.

Κατά το Μοντερνισμό υπήρχαν κοινωνικές αντιδράσεις στις περιπτώσεις όπου ο αρχιτέκτονας δεν σεβόταν τις συλλογικές αξίες. Οι αντιδράσεις ήταν πολλές ως προς τα μοντέρνα κτίρια που κατασκευάζονταν σε παραδοσιακό περιβάλλον, και τα οποία έρχονταν σε μεγάλες αντιθέσεις σε σχέση με το χώρο. Οι μοντέρνες πόλεις αποκλείοντας τη σύνδεση με το παρελθόν, που γίνεται μέσα από τις οπτικές παραδόσεις, οδηγούν κατά τον Brolin σε πνευματική ζημιά που οι άνθρωποι όλων των πολιτισμών μπορούν να την αισθανθούν.

Με τη μοντέρνα αρχιτεκτονική επανάσταση, η χρήση των υλικών λόγω της τεχνολογικής προόδου, κατέρριπτε την αρχιτεκτονική σχεδίαση με βάση τα ιστορικά προηγούμενα, εγκαταλείποντας τις παραδόσεις, οδηγούμενοι σε μια νέα αισθητική. Η βελτίωση της ζωής λόγω των τεχνολογικών επιτευγμάτων απέρριπτε τις όποιες κοινωνικές και αισθητικές παραδόσεις. Οι αρχιτέκτονες πλέον δικαιολογούσαν τις επιλογές τους με βάση την αισθητική της μηχανής.

«Η απόρριψη του παρελθόντος στάθηκε η αφετηρία για τη μοντέρνα αρχιτεκτονική. […] Πίστευαν πως θα άλλαζαν τη ζωή και τη συμπεριφορά των ανθρώπων κάνοντας αλλαγές στο φυσικό περιβάλλον τους. […] Η εξελικτική θεωρία πρέσβευε πως τα είδη συνεχώς προσαρμόζονταν προς μια τελειότερη μορφή, τα άχρηστα όργανα, ή είδη, χάνονταν. Η λαϊκή ερμηνεία της εξέλιξης ήταν πως το παρελθόν ήταν ξεπερασμένο. Μόνο ο παλαιοντολόγος χρειαζόταν να κοιτάει προς τα πίσω, όχι ο άνθρωπος που ενδιαφερόταν για το παρόν ή το μέλλον».

Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Η μνήμη και η ιστορία, κατά τον Ζακ Λε Γκοφ

Το ζεύγος των εννοιών ’Αρχαίο – Νεότερο’, κατά το 19ο αιώνα εμφανίζεται με την έννοια της νεωτερικότητας. Το νεότερο είναι αυτό που δημιουργεί το διαλεκτικό παιχνίδι, το οποίο με τη σειρά του δημιουργεί τη συνείδηση της νεωτερικότητας, από το αίσθημα της ρήξης με το παρελθόν. Στην Αναγέννηση καταρρίπτεται κατά κάποιο τρόπο η έννοια του νεότερου. «Το νεότερο δεν έχει δικαίωμα στην προτίμησή μας παρά μόνον εφόσον μιμείται το αρχαίο». Οι άνθρωποι του Διαφωτισμού ευνοούν το νεότερο με την αντικατάσταση της ιδέας ενός κυκλικού χρόνου, με αυτήν της γραμμικής προόδου. Τώρα σειρά έχει ο εκμοντερνισμός, στον οποίο «[…] το πρόβλημα του μοντέρνου αντιπαρατέθηκε προς αυτό της εθνικής ταυτότητας». Το 1965, ο Χαμπατέ Μπα αναφέρει για το μοντερνισμό, πως ασχολείται με ότι πιο επίκαιρο, αλλά συχνά με τον τρόπο που μπορεί να αποτελέσει πρόοδο, μπορεί να αποτελέσει και οπισθοδρόμηση. Ο Μπωντλαίρ από την άλλη απορρίπτει το παρελθόν, εκτός αν αυτό σχετίζεται με την καθαρή τέχνη, τη λογική και τη γενική μέθοδο.

Ο Ζακ Λε Γκοφ σημειώνει πως σε μια κοινωνία η προσήλωση στο παρελθόν μπορεί να σημαίνει την αντίθεση προς την εξέλιξη, την οποία αντιλαμβάνεται με την έννοια «μιας παρακμής, μιας κατάπτωσης». Με βάση τον ίδιο, και σήμερα παρατηρείται η λατρεία του παρελθόντος, με τη μορφή του κοινωνικού συντηρητισμού. Ακόμη, ο ‘πόθος της αιωνιότητας’, εμφανίστηκε με το θετικισμό, που στην Γαλλία κυρίως, κατέληγε στην άρνηση του παρελθόντος το οποίο διατεινόταν πως σεβόταν.

Σάββατο 26 Μαρτίου 2011

Ο ρόλος της συλλογικής μνήμης στην αρχιτεκτονική, κατά τον Aldo Rossi

Η συλλογική μνήμη αποτελεί ένα από τα κυριότερα στοιχεία του μετασχηματισμού της πόλης, λειτουργώντας μέσα από το κοινωνικό σύνολο. «Η μνήμη γίνεται το νήμα που διαπερνάει όλη την πολύπλοκη δομή της πόλης». Τα αρχιτεκτονικά έργα μιας πόλης είναι αυτά που συνιστούν το χαρακτήρα των λαών, ενώ η δομή της πόλης χαρακτηρίζεται από τη συλλογική φύση και την ατομικότητα των αστικών συντελεστών. «Η μνήμη, στο εσωτερικό αυτής της δομής, είναι η συνείδηση της πόλης». Μπορεί να διαβαστεί ανάλογα με το χρόνο, τον πολιτισμό και τις περιστάσεις. Μέσα από τη συλλογική μνήμη μπορούμε να αντιληφθούμε «τη σημασία της δομής της πόλης, της ατομικότητάς της και της αρχιτεκτονικής της, που είναι η μορφή αυτής της ατομικότητας», ως τη σχέση του κοινωνικού συνόλου με τον τόπο. Συγκρίνοντας την ιδέα της πόλης με τη ζωή ενός ανθρώπου, συσχετίζει την ένωση παρελθόντος και μέλλοντος με την ιδέα της μνήμης, καθώς η δεύτερη «για να συγκεκριμενοποιηθεί πρέπει πάντα να δίνει μορφή στην πραγματικότητα και να αποκτάει τη μορφή της από αυτήν».